web analytics
Ινδοκίνα

Ινδοκίνα

Μια αγαπημένη ταινία σε ρόλο χάρτη. Δανεικές φωτογραφίες σε ρόλο κοινόχρηστης μνήμης. Διάσπαρτες σκέψεις και εμπειρίες σε ρόλο αφηγητή.

Πέρασαν δύο ολόκληρα χρόνια (και ένας μήνας) για το τρίτο μέρος των Vietnam Diaries. 750 και βάλε μέρες από το ίδιο το ταξίδι στο Βιετνάμ. Πολλή δουλειά, ανειλημμένες υποχρεώσεις, ποιος διαβάζει πια τα blogs, μπλα μπλα μπλα. Τα γνωστά. Το ερώτημα τώρα έρχεται να δοκιμάσει την πνευματική διαύγεια και τη μνήμη. Θυμάσαι τι έζησες; Θυμάσαι πώς τα έζησες; Κατάλαβες τι έζησες;

Στην περίπτωση του Βιετνάμ, η υπόμνηση είναι η χαρωπή βοηθός της ανάμνησης. Γιατί υπάρχει μια κοινόχρηστη μνήμη εκεί έξω, ένα κοινόχρηστο πηγάδι συναισθημάτων, πλούσιο και πάντα πρόθυμο να σε ξεδιψάσει. Τσαλαβουτώντας στα ρηχά του Behance, όσα ένιωσα σ’ εκείνο το οδοιπορικό, πριν δύο χρόνια κι ένα μήνα, με ξαναγέμισαν με την ίδια ανατριχίλα. Τώρα χρειάζομαι απλά μια πυξίδα, ένα format που να μπορεί να τα επικοινωνήσει και σ’ εκείνους που δεν μοιράζονται αυτήν την κοινόχρηστη μνήμη. Αν δεν έχεις πάει, λοιπόν, στο Βιετνάμ ακόμη, ξεκίνα από την Ινδοκίνα. Την ταινία.

Αυτή θα είναι ο χάρτης μου για σήμερα, αυτή ήταν κι ο λόγος που ήθελα να επισκεφτώ αυτό το μέρος από τότε που την είδα, πριν 20-25 χρόνια, αυτή είναι η πιο προσιτή, καλοδομημένη, σχετικά ολοκληρωμένη εισαγωγή στο γιατί το Βιετνάμ είναι το ομορφότερο μέρος στον κόσμο. Είναι ένα όνειρο που μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Με τους απαραίτητους συμβιβασμούς, εννοείται, αφού η Ινδοκίνα δεν είναι πια Ινδοκίνα, οι Γάλλοι γύρισαν στη Γαλλία και το Ha Long Bay διαφημίζεται πλέον με κάθε τρόπο και εκπορνεύεται σε διάφορες εκδοχές, για όλα τα τουριστικά βαλάντια.

Ακολουθώντας τη σειρά με την οποία διαδραματίζεται η υπόθεση της ταινίας, το ταξίδι μας θα ξεκινήσει από το Νότο, θα φτάσει ως τα βόρεια σύνορα με την Κίνα και θα ξαναγυρίσει, ακόμη πιο νότια, για ένα βιαστικό αποχαιρετισμό. Θα εικονογραφηθεί με φωτογραφίες ανθρώπων που έγιναν μέρος αυτής της κοινόχρηστης μνήμης, χρησιμοποιώντας το ταλέντο τους για να αποτυπώσουν αυτήν την καινούργια γλώσσα που θα μάθει η ψυχή σου με το που πατήσεις το πόδι σου στη μαγική αυτή χώρα.


1. Σαϊγκόν

Φωτογραφίες: Roberto Nencini | Stefano De Luca | Eliane MilesJohn Armstrong-Millar

Modern Talking. Η εθνική μπάντα του Βιετνάμ. Europop με άρωμα περεστρόικας. Glitter ανάμνηση του Βιετναμέζου πιτσιρικά που ταξιδεύει από τη Δρέσδη στο Χο Τσι Μινχ Σίτι, όταν ο μετανάστης πατέρας αποφασίζει να αφήσει το εργοστάσιο, να πάρει τη φαμίλια και να επιστρέψει στην πατρίδα που μεταρρυθμίζεται σιγά σιγά κι αυτή. Coolies no more, σε λίγα χρόνια όλος ο κόσμος θα μιλάει για εμάς.

Στην Ινδοκίνα (την ταινία), οι coolies απλά κοιτάζουν. Απλά υπάρχουν. Και απλά πεθαίνουν.

Ένα κεράκι πάνω σ’ ένα cupcake. Στην αγορά του Ben Thanh γιορτάζω γενέθλια μαζί με τον Χο Τσι Μινχ και το χρυσό αστέρι πάνω στο κόκκινο πανί. 30 χρόνια και μια μέρα διαφορά έχουμε. Ας πιούμε μια Ba Muy Ba, εσείς για την ανεξαρτησία σας από Γάλλους και Γιαπωνέζους, εγώ που μεγαλώνω και συνεχίζω ακόμη να μαθαίνω, κι ας χορέψουμε Cheri Cheri Lady.

Στην Ινδοκίνα, οι coolies δραπετεύουν. Και τρέχουν μάταια στην αγορά. Μέχρι να πέσουν νεκροί.

Ο χείμαρος από παπάκια. Θορυβώδης και πολύχρωμος τη νύχτα. Σκούρα σκιά πάνω στο χρυσαφένιο οδόστρωμα, ατελείωτος τις Κυριακές που ο ήλιος δύει στα μάτια των ταξιδιωτών του weekend.

Στην Ινδοκίνα, μεταφέρουν όπιο πάνω σε κινέζικα πλοιάρια.

Goodnight Saigon.

Φωτογραφία: Emeric Juliot

2. Οι φυτείες | Το τροπικό δάσος

Φωτογραφία: Horst Faas

Ζούγκλα ή τροπικό δάσος; Και τα καουτσουκόδεντρα; Πώς φυτρώνουν εδώ μέσα; Φυτείες. Επαύλεις. Τεμπέληδες ανεμιστήρες και κρύο τσάι στη βεράντα. Καουτσούκ, πρωινό δάκρυ μέσα στην ομίχλη. Το δέντρο κλαίει, οι coolies δεν κλαίνε ποτέ, τα αφεντικά παρατηρούν, υπολογίζουν, φεύγουν για τη Σαϊγκόν, για deals και κρασί στο Hotel Continental, παρέα με τον Graham Greene και τον ήσυχο Αμερικανό του.

Η ζούγκλα ήσυχη το βράδυ, περιμένει να δακρύσει το επόμενο πρωί. Μέχρι τον εμφύλιο. Το Agent Orange. Την ερήμωση. Στο δρόμο για τα τούνελ των Βιετκόνγκ περνάμε δίπλα σε παλιές φυτείες. Τα καουτσουκόδεντρα, παραταγμένα στρατιωτάκια, λίγο άναρχα σε σχέση με την εποχή που έκανε εδώ κουμάντο ο Michelin (ή η Catherine Deneuve, αναλόγως του πόσο θέλει να το ωραιποιήσει κανείς), τα μπλουζάκια μας κολλάνε πάνω στη σάρκα μας, τρώμε καραμέλες που έφτιαξαν εκεί δίπλα, πίνουμε χυμό από φρεσκοκομμένα φρούτα, νιώθουμε ανυπόφορα αλλά τόσο υπέροχα. Ζούγκλα ή τροπικό δάσος; Λίγη σημασία έχει πια. Δεν υπάρχει πια. Πια είναι μια ξέφρενη φύση, με γρήγορο Internet. Προλάβαμε να κυλιστούμε στις αναμνήσεις του πολυτραγουδισμένου πολέμου, να λερωθούμε από τη λάσπη που κάποτε μπερδευόταν με αίμα και χημικά, που ήταν καμβάς για τις ναπάλμ του Robert Duvall – αντισυνταγματάρχη Kilgore, και ν’ αναρωτηθούμε πώς χώρεσε τόσος πόνος σε τέτοια ομορφιά. Έχει έρθει η ώρα να φύγουμε από εδώ, να ακολουθήσουμε την Camille, την καλλονή με το γαλλικό όνομα και τα σχιστά μάτια, στο ταξίδι προς τα βόρεια. Πίσω στη Σαϊγκόν, κομψά κορίτσια, με γαλλικά ονόματα και σκιστά μάτια, ετοιμάζονται για ένα ποτό στο Broma, στη hot ταράτσα της πόλης, λίγο πιο πέρα από το άγαλμα το Χο Τσι Μινχ.

 

3. Huế

Φωτογραφίες: Kim Võ | Trần Minh QuânTung Nguyen

Disclaimer: Δεν πήγαμε στο Hue. Δεν είχαμε τόσες πολλές μέρες στη διάθεσή μας, ήταν αδύνατο να δούμε όλο το Βιετνάμ, προτιμήσαμε να σκοτώσουμε το Hue από τα musts και να πετάξουμε από Ho Chi Minh City στο Hanoi. Κι η Ινδοκίνα, η ταινία, αν το σκεφτείς, στο Hue πάει βιαστικά και κάπως άναρχα. Δεν σε αφήνει καν να καταλάβεις ότι σε έχει πάρει από τη Σαϊγκόν και σε έχει ταξιδέψει αλλού. Μα το Hue είναι μακριά, είναι κάπου στη μέση -και πιο βόρεια- της απόστασης που χωρίζει τις δύο μεγάλες πόλεις του Βιετνάμ, άρα ο αρραβώνας της Camille με τον Tanh δεν θα μπορούσε λογικά να έχει γίνει εκεί πάνω και την επόμενη μέρα η δράση να συνεχίζεται από τη Σαϊγκόν. Ο Régis Wargnier, όμως, χρειαζόταν ένα αυτοκρατορικό σκηνικό (η Camille ήταν απόγονος της Δυναστείας των Nguyễn βλέπεις), εξ ου και η α λα Game of Thrones ακροβασία στην κάλυψη αποστάσεων. Το πιο κοντινό σε Hue που κάναμε ήταν το Hoa Lu (περισσότερα στη συνέχεια), που ήταν κι αυτός τόπος κατοικίας αυτοκρατόρων και μάλιστα πιο παλιών από τους Nguyễn. Ίδιο στυλ, μικρότερο μέγεθος.

Απ’ όσα καταλαβαίνω, το Hue είναι μια τυπική αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Άπω Ανατολής. Με την απαγορευμένη της πόλη, τους δράκους στις γωνίες των κτηρίων και τα τείχη που περιβάλλει μια τάφρος. Οι Nguyễn, η τελευταία μοναρχική δυναστεία του Βιετνάμ, έζησαν εκεί ως το 1945 και το πάτημα του διακόπτη από τον Χο Τσι Μινχ. Η εικόνα της, όμως, βασίζεται στην μακρά παράδοση του Βιετνάμ (η πρώτη δυναστεία ξεκίνησε το 2.897 π.Χ.) και θυμίζει περισσότερο τα αρχαία χρόνια παρά τον προηγούμενο και τον προπροηγούμενο αιώνα (οι Nguyễn ξεκίνησαν να κυβερνούν την Ινδοκίνα από το 1802). Όταν ξαναπάμε στο Βιετνάμ, το Hue και το κοντινό Hoi An, η πιο ατμοσφαιρική πόλη της Ινδοκίνας, θα μπουν στο δρομολόγιο. Σκοπεύουμε να φτάσουμε ως εκεί με μηχανάκια. Παλιές Honda της δεκαετίας του ’70, θορυβώδεις, ατίθασες, πάντα αξιόπιστες. Ταιριάζουν μ’ ένα παράδοξο τρόπο στο κάδρο παρέα στους δράκους και τις βαριές ξύλινες πόρτες. Γιατί στο Βιετνάμ γίνονται ταίρι τα πιο απίθανα πράγματα.

 

4. Hạ Long Bay

Φωτογραφίες: Homo Ludens | Anouska

Όταν είχα δει την Ινδοκίνα πρώτη φορά, το Hạ Long Bay έγινε κάτι σαν το ταξιδιωτικό μου φετίχ. Ήταν μια εποχή που ακόμη δεν ταξίδευα συχνά -και που σίγουρα δεν ταξίδευα σε μέρη εξωτικά. Και η παράξενη αυτή θάλασσα στο Βιετνάμ, εκεί που βρισκόταν η “νησίδα του Δράκου” στην ταινία, έμοιαζε σαν το πιο μακρινό κι απόκοσμο μέρος στο σύμπαν. Όταν, αρκετά χρόνια αργότερα, βρέθηκα στα νησιά Πι Πι, στην Ταϊλάνδη, και πήρα την πρώτη μου γεύση από τα σχέδια που σκαρώνει ο διαβρωμένος ασβεστόλιθος πάνω στο νερό, αποφάσισα εύκολα ότι εκείνο ήταν το πιο όμορφο μέρος που είχα επισκεφτεί ποτέ. Αλλά ήξερα ότι στο Hạ Long Bay με περίμενε κάτι ακόμη ομορφότερο.

Όπως και στην ταινία, το πιο επιβλητικό στοιχείο αυτού του δάσους από βράχια στη μέση της θάλασσας δεν είναι οι μορφές τους. Είναι η αχλύς που τα περιβάλλει και που τα μετατρέπει σε τρομακτικές σκιές θηρίων, που μόνο όταν βρεθείς δίπλα τους και μπορέσεις να τα χαϊδέψεις, καταλαβαίνεις ότι είναι άκακα. Κι ας κυκλοφορούν τόσοι θρύλοι για αυτούς που χάθηκαν μέσα στο λαβύρινθο των δύο χιλιάδων νησιών, μην καταφέρνοντας να βγουν ποτέ, σχεδόν σαν τον Jean-Baptiste και την Camille στην ταινία. Η πραότητα του νερού σε καθησυχάζει: Αν ήταν τέρατα, θα έκαναν τη θάλασσα πάνω κάτω. Όχι, μην τρομάζεις, εδώ είναι ησυχαστήριο, καθαρτήριο ψυχών.

Ήθελα να δώσω στο φετίχ όλη την προσοχή που τού άξιζε. Μπαρκάραμε σε μια ρέπλικα ενός πλοίου που στις αρχές του περασμένου αιώνα έκανε κρουαζιέρες στον κόλπο του Τονκίν. Ξύλινα καταστρώματα, μπρούτζινος ανεμιστήρας στην καμπίνα, το νυσταλέο τρίξιμο του σκαριού του πάνω στην ήρεμη θάλασσα. To Emeraude ήταν όντως ένα σμαράγδι στο στέμμα αυτής της βασίλισας της φυσικής ομορφιάς. Και γυρίσαμε στο Ανόι με υδροπλάνο, που έφερε πρώτα μια βόλτα πάνω από το ασβεστολιθικό δάσος, μια τελευταία γεύση -πιο αξέχαστη απ’ όλες- αυτού του στοιχειωμένου μέρους.

Δεν έχει νόημα εδώ να καταγράψω αυτά που δεν είναι ωραία στο Hạ Long Bay. Οι Βιετναμέζοι, δυστυχώς, είναι ακόμη πρωτόγονοι στο πώς διαχειρίζονται τον τουρισμό τους και ο κίνδυνος να καταστρέψουν ακόμη κι αυτό το αριστούργημα της φύσης είναι ορατός. Αλλά, ξυπνώντας νωρίς το πρωί από το πρώτο φως που ξέφυγε από το βράχο για να τρυπώσει στο φινιστρίνι του Emeraude, μόνος πια, μακριά από τους ημερήσιους εκδρομείς, σε κάποιο νησάκι κρυμμένο στην άκρη της διαδρομής που βολεύει τους ταξιδιωτικούς πράκτορες, τυλιγμένος από την περίφημη αυτή ομίχλη, τα ξεχνάς όλα. Δεν έχω ξανανιώσει τόσο ήρεμος στη ζωή μου. Τόσο έτοιμος. Όταν πεθάνω, θα ήθελα να πεθάνω εδώ.

5. Tam Coc

Φωτογραφίες: Homo Ludens

Hoa Lu πρώτα. Στην αρχαία πρωτεύουσα. Το δικό μας Hue. Περιορισμένο αλλά πανέμορφο. Μια ενεσούλα ιστορίας, μια μικρή εξήγηση γιατί οι Βιετναμέζοι δεν θέλουν να νιώθουν Κινέζοι και πίσω στα ίχνη της ταινίας, στο Tam Coc: Τα δικά μας βαρκάκια πάνω στο ήρεμο ποτάμι τα πλοηγούν κάτι γριές που κουνάνε τα κουπιά με τις πατούσες τους όσο πλέκουν πουλοβεράκια. Κάποια αρχαία παράδοση που μετατρέπεται σε τουριστικό κλισέ, φαντάζομαι, αλλά και μια ανάμνηση που η παραδοξότητά της θα την κρατήσει χρωματιστή στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο για καιρό.

Το χαζό γέλιο σταματά όταν πλησιάζουμε την τρύπα στο βράχο. Όχι, η πιο απίστευτη σκηνή του έργου, όταν η βάρκα αργόσυρτα ξεπροβάλλει από τη στενή σπηλιά και μπροστά της απλώνεται μια μυστική κοιλάδα, δεν ήταν οπτικό εφέ… Ένα τείχος από κάθετους βράχους την προστατεύει και την κρύβει από την κοινή θέα. Στη μέση της ακριβώς κυλάει το ποτάμι. Αριστερά και δεξιά ανθίζει η φύση, πειθαρχημένα και σε χρωματιστή τάξη. Δεν ήταν όλα κιτρινοπράσινα όταν την επισκεφτήκαμε. Το Μάιο είναι που ανθίζουν τα χωράφια του ρυζιού, Μάιο πέρασε από εκεί το ζευγάρι της ταινίας, Μάιο να πας. Αλλά και το Σεπτέμβριο, όταν ταξιδέψαμε εμείς, πάλι με το στόμα ανοικτό μείναμε. Ευχή να κυλήσει ακόμη πιο αργά ο χρόνος, πιο αργά κι απ’ το νυσταγμένο κουπί της γριάς, πιο αργά κι απ’ τον αντίλαλο της λαλιάς των πουλιών πάνω στο βράχο, τόσο αργά που να προφτάσουμε να γεμίσουμε τα σπλάχνα μας με όση περισσότερη μαγεία γίνεται. Ρουφάμε άπληστα τον αέρα, το τοπίο, αφήνουμε κάτω τα κινητά, κλείνουμε τις κάμερες για ώρα. Τα πολλά κλικ τρώνε χρόνο και σε λίγο η γριά θα μας γυρίσει πίσω. Να προλάβουμε να ζήσουμε αυτό το θαύμα όσο περισσότερο γίνεται. Μα πώς; Πώς δεν είναι οπτικό εφέ;

Δεν προλαβαίνουμε να συνέλθουμε από αυτό που ήδη μοιάζει με όνειρο και η μαγεία συνεχίζεται. Καβαλάμε σκουριασμένα ποδήλατα, έτοιμα να διαλυθούν στην επόμενη πεταλιά, και ξεχυνόμαστε στα ρυζοχώραφα. Πειράζει αν αργήσουμε λίγο; Πειράζει αν χάσουμε το λεωφορειάκι της επιστροφής;

6. Σύνορα με την Κίνα

Φωτογραφίες: Homo Ludens | Brandon Voges | Erik Haze

Αυτό το πρασινοκίτρινο πάπλωμα. Υπάρχει. Ανάγλυφο, τρισδιάστατο, κρυμμένο. “Εμασές” τα λέγανε οι θειές μου στην Άνδρο. Τα σκαλοπάτια για να τιθασεύσεις το βουνό, για να σταματήσεις το νερό, για να κάνεις τη φύση, την ατίθαση, να δουλέψει για σένα. Εδώ στις “εμασές” φυτρώνουν ρύζι. Σκάβουν το χώμα με νεροβούβαλους. Κουβαλάνε τον καρπό στις πλάτες. Φοράνε γαλότσες κι έχουν ένα μάρσιπο με το μωρό τους να τις συντροφεύει. Κοιμούνται στο πάτωμα. Σε ξύλινα σπίτια χωρίς τοίχους.

Κοιμόμαστε μαζί τους. Πατάμε τις γαλότσες μας δίπλα τους. Κουβαλάμε φωτογραφικές μηχανές. Απροστάτευτες, υποκύπτουν στην ανελέητη βροχή. Λασπωμένοι, γλιστράμε, βουτάμε πιο βαθιά μέσα στη λάση, αναδυόμαστε περισσότερο λασπωμένοι. Έχουμε γίνει κι εμείς μια πινελιά κίτρινου ή πράσινου, είμαστε κι εμείς Μαύροι Χμονγκ, Κόκκινοι Ντζάο, Τάυ, Γκιάυ, Τθάι, Πού Λα. Για μία μέρα, για δύο μέρες, για όσες μέρες αντέχει ο καθένας να καθαρίσει την ψυχή του. Πόσο παράξενο: Όσο πιο πολύ βουτάς στη λάσπη, τόσο περισσότερο καθαρίζει η ρημάδα η ψυχή. Κάτω απ’ το πρασινοκίτρινο πάπλωμα, εκεί ψηλά, στα βουνά που χωρίζουν το Βιετνάμ από την Κίνα, τρίβοντας φύλλα στα χέρια σου για να τα βάψεις μπλε (“μην τα βάλεις στο στόμα σου όμως, γιατί μπορεί να κοιμηθείς και να μην ξυπνήσεις ποτέ”), στα μονοπάτια που ξεκινάνε από τη Sa Pa, κάπου εκεί αποφασίζεις πια οριστικά ότι το Βιετνάμ είναι η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο. Ο νεροβούβαλος σε κοιτάζει συνωμοτικά και σου χαρίζει ένα γρήγορο χαμόγελο.

7. Côn Đảo

Φωτογραφίες: Đàm Gia Bảolien duong

Το Con Dao είναι κολαστήριο στην ταινία. Φυλακή. Το Con Dao είναι παράδεισος σήμερα. Προορισμός διακοπών, με πολυτελή θέρετρα, κάδρα για το απαραίτητο αποτύπωμα στο Instagram, παραλίες για να γίνεις ένα με την άμμο και να ξεχάσεις πως έρχεσαι από κάπου που οι ρυθμοί ζωής δεν επιτρέπουν παραπάνω από μισή ώρα την ημέρα να ονειρεύεσαι ξύπνιος. Ούτε στο Con Dao πήγαμε. Στην ταινία ήταν φυλακή. Τι να πάμε να κάνουμε στη φυλακή;